Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Οι «αποβάσεις» της Παρασκευής στην Αδριανούπολη


Χρησιμοποιώ αυτή την επικεφαλίδα για να κινήσω την περιέργεια για το τι είδους μπορεί να είναι μια απόβαση σε μια μη παραθαλάσσια περιοχή. Γι’ αυτό και την έβαλα σε εισαγωγικά.

Λέμε λοιπόν πως κάθε Παρασκευή στην Αδριανού γίνεται ένα μεγάλο παζάρι. Το φημισμένο παζάρι Ουλούς της ΚΠολης κάθε Παρασκευή έρχεται στο συγκεκριμένο και σταθερό χώρο του, εκεί κοντά στο γήπεδο.
Το παζάρι της Παρασκευής

Στο παζάρι αυτό μπορεί να βρει κανείς ό,τι φαντάζεται απαραίτητο για ένα νοικοκυριό, είδη ένδυσης και υπόδησης και είδη προίκας πολλά.
Η ημέρα εκείνη λοιπόν είναι η μέρα που ο βόρειος Έβρος, ας  αφήσουμε την Ορεστιάδα, πίνει τον καφέ του στην Αδριανούπολη. Γεμίζουν τα καφέ, το Μάρτζη, το Κίπα και μπλοκάρει η πύλη των Καστανεών, όχι μόνο από γιωταχήδες αλλά και από πούλμαν που κατεβαίνουν για ψώνια, βόλτα και εκτόνωση. Και δεν είναι μόνο τα ελληνικά πούλμαν, αλλά και από τη γειτονική Βουλγαρία.
Την ημέρα αυτή, η πόλη των πέντε λεπτών, όπως τη χαρακτήρισε η Μαρία, όταν πρωτόρθαμε, κι’ αυτό επειδή, όπου ήταν να πάμε, πηγαίναμε σε πέντε λεπτά, γίνεται πόλη της υπομονής.
Αν κάνεις δε και το λάθος να διαφύγεις από παράπλευρους δρόμους, τότε κάηκες, γιατί σ’ αυτούς κινούνται και τα «ιππήλατα».
Το σεργιάνι στο παζάρι της Παρασκευής κατέληξε να θεωρείται  ο απαραίτητος περίπατος της εβδομάδας, για ένα πάρε δώσε για ό,τι μπορείς να δεις και να θυμηθείς πως το χρειάζεσαι.
Η επιστροφή στο σπίτι σε βρίσκει να αναζητάς πού και πώς θα χρησιμοποιήσεις «αυτό» που το είδες και σου άρεσε στο παζάρι, το πήρες και τώρα αντιμετωπίζεις το δίλημμα του πού, πώς και πότε θα το χρησιμοποιήσεις, ώστε στο τέλος συμπεραίνεις πως μπορεί να μείνει στην αποθήκη και, όταν το χρειαστείς, το βγάζεις.
Έτσι το ξεχνάς και όταν κατά τύχη, ποιος ξέρει πόσο καιρό μετά,  κοιτάζοντας για  κάτι άλλο  το βρίσκεις, διερωτάσαι πώς γίνεται να το έχεις  και να το έχεις και ξεχασμένο…
Το αποτέλεσμα;
Διαπιστώνεις πόσο πλούσιος είσαι όταν έρθει η ώρα της μετακόμισης,  και γίνεσαι  μάρτυρας της πραγμάτωσης της παροιμίας, που λέγει πως « η φτήνια τρώει τον παρά». 
Υποθέτω λοιπόν πως με τον άνθρωπο, με τον οποίο συν-κινείται κανείς στους ίδιους χώρους του, (του παζαριού) ως οντότητα ζώσα  και αλληλέγγυα, τον επαναφέρει, αυτόν τον κανένα ή και τον καθένα, στα αναγνωρίσιμα κοινωνικά πλαίσιά του, από όπου τον έχει βγάλει ο αστικός ρυθμός ζωής, ο ρυθμός του εγωισμού και της αλλοτρίωσης.
Πιστεύω λοιπόν πως δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως το παζάρι δεν έχει και τα καλά του. Το «Ζω» επιμένει ότι είναι μια βιούμενη φιλοσοφία ζωής, η οποία δεν έχει κούρητες ή εισηγητές αλλά ούτε και έδρες διδασκαλίας.
Οι παρακάτω στίχοι εκφράζουν το ακριβές του ισχυρισμού μου στο «Ζω».
« Άλλος το πήγαινε κοιτά κι’ άλλος το έλα βλέπει
Ο κόσμος έτσι ισορροπεί γιατί  `ναι ένα παζάρι
Που όταν λήξει η μέρα του τι μοναχά απομένει
Παρά θωριά απ’ την τέχνη του και τη φιλοσοφία
Δεν μένουν ούτε πουλητές ούτε κι αγοραστάδες
Ούτε κι ο τόπος που `χανε στημένο το παζάρι»
Ι.Α.                              Με αγάπη από το «Ζω την Αδριανούπολη»
Πάντως, όπως και να `χει, σε κάποιους από `μας αρέσει πολύ.

Ιωάννης Αλατζάς
« Ζω την Αδριανούπολη »
Αδριανούπολη 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου